Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2014

Τζορτζ Φρέντερικ Αμποτ

Οι θαυμαστές ανακαλύψεις της Αμφίπολης, που έχουν προκαλέσει το παγκόσμιο ενδιαφέρον με τα ευρήματά τους, δημιουργούν μια ευκαιρία για να έρθεις σε επαφή με την περιοχή αυτή της Βόρειας Ελλάδας, το νομό Σερρών. Μια αγαπημένη συνήθεια του καλοκαιριού είναι να ανατρέχω στις ιστορικές πηγές του Αγγλου καθηγητή Τζορτζ Φρέντερικ Αμποτ. Ο Αμποτ ταξίδεψε στη Μακεδονία το 1900, απεσταλμένος του Πανεπιστημίου Κέμπριτζ στην υπό οθωμανική κατοχή Μακεδονία, με σκοπό τη συλλογή λαογραφικού υλικού.
Το συνειδητό ενδιαφέρον για την εθνολογική, πολιτική και πολιτιστική κατάσταση της περιοχής διαγράφεται σε κάθε περιγραφή του. Σ' αυτό το βαλκανικό μωσαϊκό οι Ελληνες είναι το στοιχείο που έχει γοητεύσει περισσότερο τον Αμποτ. «Η δίψα των απανταχού Ελλήνων για μάθηση» τον συγκλονίζει, ο ελληνισμός κερδίζει τη συμπάθειά του. Με έκπληξη και ενθουσιασμό παρατηρεί ότι ο ομφάλιος λώρος που τους συνδέει με τους αρχαίους προγόνους τους δεν έχει αποκοπεί. Αναφέρει για τη γνωριμία του με μια συγγενή οικογένεια στην πόλη των Σερρών: «Το σπιτικό ήταν βαθύτατα ελληνικό. Οι γυναίκες ονομάζονταν ομορφιά, μουσική και ευθυμία. Η σύζυγος με κλασική μύτη και μεγάλα μαύρα μάτια ήταν ένα εξαιρετικό δείγμα όμορφης Ελληνίδας ώριμης ηλικίας, ενώ η νεότερη αδελφή της, με εξίσου ελληνική κατατομή, εμφάνιζε το ίδιο είδος ομορφιάς στην άνθισή του. Τα τραγούδια στο σπίτι κάθε βράδυ ήταν πατριωτικά, κάτω από τη μύτη μιας κυβέρνησης που απαγόρευε τη χρήση των κλασικών ονομάτων των επαρχιών». Συνεχίζει παρακάτω:
«Οι Τούρκοι όταν ένα κτίριο ερειπώνεται, αφήνεται να χειροτερεύσει και στη συνέχεια εγκαταλείπεται. Οταν η αξίνα φέρνει τυχαία στο φως ένα αρχαίο άγαλμα, ή μια επιγραφή αφήνεται εκτεθειμένο ή το τεμαχίζουν και το χρησιμοποιούν ως τούβλα. Οι τοίχοι των σαρκοφάγων είναι καλύτεροι. Μια τρύπα που ανοίγεται στο πίσω μέρος και μια στο μπροστινό, αρκούν για να μετατρέψουν τον τάφο ενός μικρού ήρωα σε μια στέρνα προς χρήση ενός ζωντανού πασά ενώ το καπάκι, αν αναστραφεί γίνεται μια εξαιρετική και πολύ κομψή σκάφη. Οπου τα μουλάρια μπορούν να σβήσουν τη δίψα τους ευλογώντας τον άνθρωπο που υπονόησε τους σαρκοφάγους».

ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΗ ΜΠΑΡΜΠΟΥΝΑΚΗ